Ιστορία

Στην αρχαία Ελλάδα οι σταφίδες ήταν από τις αγαπημένες τροφές των αρχαίων Ελλήνων και τα χρησιμοποιούσαν και ως σκέτη τροφή αλλά και στις σαλάτες και τα γλυκά τους. Τα σταφύλια θεωρούνταν μία υγιεινή τροφή και θρεπτική και στα συμπόσια τα έτρωγαν σκέτα ή κατανάλωναν σταφίδες με τον τρόπο που ήδη αναφέρθηκε.

Η αμπελουργία στη Ζάκυνθο έχει αδιαμφισβήτητα πολύ μεγάλη ιστορία, και σίγουρα δίνει εξέχουσα θέση στο νησί σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ιόνια νησιά.

Το ιθαγενές Γουστουλίδι το εκθειάζει ο Γάλλος αμπελογράφος Guillon (το παρομοιάζει με το ιταλικό Piccolit και το ουγγρικό Tokay), ενώ αναφέρει ότι η ρομπόλα εισήχθη στα Επτάνησα από τους Βενετούς τον 13ο αιώνα. Ο ιταλός αμπελογράφος Saberio Scrofani αναφέρει, το 1801, ότι το ζακυνθινό κρασί Βερντέα είναι ‘’…προτιμότερο από όλα τα ηδύποτα της Ανατολής…’’. Ο περιηγητής Salvador Ludwig αναφέρει ότι το 1904 υπήρχαν πάνω από 80 οινοποιήσιμες αυτόχθονες ποικιλίες στη Ζάκυνθο (ΖΑΝΤΕ, Η Ζάκυνθος 1900-1902. Λουδοβίκος Σαλβατόρ, Α’ Έκδοση 1904. Μετάφραση Ζαφείρης Ακτύπης. Εκδόσεις Μπάστα, Ζάκυνθος 2007. Τόμοι I & II).

Ιδιαίτερα εξέχουσα θέση για την τοπική οικονομία κατείχε για αιώνες η σταφίδα (Κορινθιακή ποικιλία).

Στα 1893 – 94 ο Σπυρίδων Δε Βιάζης έγραψε μια σημαντικότατη σειρά άρθρων στον ‘Παρνασσό’ με τίτλο ‘Ιστορικαί σημειώσεις περί σταφίδος εν Επτανήσω και ιδίως εν Ζακύνθω’. Σε αυτήν περιγράφει την ιστορία του ‘μαύρου χρυσού’, που αποτέλεσε τον κυριότερο παράγοντα ευημερίας της Ζακύνθου από το δεύτερο μισό του 16ου αιώνα ως την Ένωση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Μεγάλο μέρος της εργασίας του Δε Βιάζη ασχολείται με τις προσπάθειες της Βενετίας, αφέντρας των νησιών του Ιονίου από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι και την εκπνοή του 18ου, να ελέγξει, για ίδιον όφελος, την παραγωγή και το εμπόριο του πολύτιμου αυτού αγαθού (σταφίδα Ζακύνθου).

Η χειρότερη κρίση που προκάλεσε η Βενετική σταφιδική πολιτική ήταν στη διάρκεια της επταετίας 1602 – 1609, όταν είχε απαγορευθεί τελείως η απευθείας εξαγωγή σταφίδας από τα Ιόνια νησιά.

Αν και περιέχει μια δόση υπερβολής, είναι χαρακτηριστικό αυτό που έγραψε για τους Άγγλους ο Βενετός πρεσβευτής στο Λονδίνο Alvise Contarini το 1629: ‘’Αυτός ο λαός καταναλώνει περισσότερη σταφίδα από όση όλος ο υπόλοιπος κόσμος μαζί, και είναι τόσο συνηθισμένοι σε αυτή την πολυτέλεια και τους αρέσει τόσο πολύ, που λέγεται πως άνθρωποι κρεμάστηκαν επειδή δεν είχαν αρκετά χρήματα για να την αγοράσουν, σε κάποιες δημοφιλείς γιορτές, στις οποίες είναι παράδοση (να την καταναλώνουν)’’.

Έτσι το εμπόριο του ‘μαύρου χρυσού’ συνέχισε να διογκώνεται και ανάγκασε τους Βενετούς να εντείνουν τα μέτρα περιορισμού της παραγωγής, φτάνοντας ακόμα και στο ξερίζωμα καλλιεργειών (ώστε οι Άγγλοι να μην μπορούν να προμηθευτούν μεγάλη ποσότητα αλλά και η Ζάκυνθος να μη γίνει τόσο σημαντική ώστε οι Άγγλοι να επιχειρήσουν να τη καταλάβουν στρατιωτικά).

Μέσα σε λίγα χρόνια η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, με τη σταφίδα να πουλιέται σε εξευτελιστικές τιμές ή και να μένει απούλητη, και την τοπική οικονομία να έχει δεχτεί σοβαρό πλήγμα, αφού οι Άγγλοι είχαν μεταφέρει τις δραστηριότητες τους στα λιμάνια που ελέγχονταν από τους Οθωμανούς. Χαμένοι δεν έβγαιναν μόνο οι Επτανήσιοι αλλά και η ίδια η Βενετία, αφού έχανε τεράστια ποσά σε δασμούς. Έτσι, το Φεβρουάριο του 1609 (1608 με το Βενετικό ημερολόγιο) οι Ζακυνθινοί έστειλαν στη Βενετία μια διμελή αντιπροσωπεία, σε μια ύστατη προσπάθεια να ανατραπεί η απαγόρευση εξαγωγής.

Οι Έφοροι έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις για επιστροφή στα ισχύοντα προ του 1602 αλλά και επιπλέον φορολογία για να χτιστούν μεγαλύτερες σιταποθήκες (fonteghi). Επίσης πρότειναν την παραχώρηση της είσπραξης της nuova imposta σε ιδιώτη για να καταπολεμηθεί το λαθρεμπόριο. Το 1609 αποφασίστηκε η απόσυρση του νόμου του 1602 και προκηρύχθηκε πλειοδοτικός διαγωνισμός για το συμβόλαιο είσπραξης των δασμών. Η απόπειρα αυτή απαγόρευσης της εξαγωγής σταφίδας από τη Ζάκυνθο δεν ήταν η μοναδική. Η επόμενη ήρθε από τους Άγγλους, 30 χρόνια μετά τη Βενετική. Ούτε αυτή πέτυχε. Η σταφίδα συνέχισε να είναι η κινητήρια δύναμη της Ζακυνθινής οικονομίας για πολύ καιρό. Οι συνεχείς αυξήσεις όμως των δασμών είχαν στα τέλη του 18ου αιώνα οδηγήσει την σταφίδα, απούλητη, στο να είναι τροφή οικόσιτων ζώων.

Σήμερα η σταφιδοκαλλιέργεια στα Ιόνια νησιά βρίσκεται σχεδόν αποκλειστικά στην Ζάκυνθο. Συγκεκριμένα, το 96% των εκμεταλλεύσεων και το 98,5% των καλλιεργούμενων με σταφίδα ιόνιων εκτάσεων βρίσκονται στη Ζάκυνθο. Το υπόλοιπο πολύ μικρό ποσοστό βρίσκεται στη Κεφαλονιά (‘’Γεωργικές εκμεταλλεύσεις’’, Απογραφή Γεωργίας & Κτηνοτροφίας, 2009. ‘’Κατανομή της έκτασης της Ελλάδας σε γενικευμένος κατηγορίες χρήσης/κάλυψης κατά ΥΠΑ, νομό, δήμο ή κοινότητα’’). Το εξαιρετικό αυτό προϊόν είναι η μόνη Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (Π.Ο.Π.) της Ζακύνθου.

Το σταφιδεργοστάσιο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ζακύνθου έχει δυνατότητα επεξεργασίας σταφίδας 16250 κιλών ημερησίως σε δυο διαφορετικούς τύπους μικρή και μεσαία. Παρέχεται δυνατότητα αποστολής του εμπορεύματος σε συσκευασία χαρτοκιβωτίου της επιλογής του πελάτη όπως χαρτοκιβώτια των 10 ή 12,5 κιλών. Ωστόσο, η καλλιέργεια σταφίδας βρίσκεται σήμερα σε παρακμή στη Ζάκυνθο. Πολλοί παραγωγοί δεν μπαίνουν καν στον κόπο να συγκομίσουν τη σταφίδα από τα πρέμνα τους. Άλλοι έχουν εκριζώσει την σταφίδα τους ή την έχουν αντικαταστήσει με οινοποιήσιμες ποικιλίες.